Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013

Βασίλης Τσιτσάνης: 29 χρόνια από το θάνατο του Πατριάρχη του λαϊκού τραγουδιού



«Τίποτα δεν αγνόησα στα τραγούδια μου, διότι κι αυτό το θεωρούσα χρέος. Εγραψα για την Ελλάδα, για τη φτώχεια, για τη γυναίκα, για την εργατιά, για τον πόνο, για την αδικία, για το χαμό, για τη φυγή, για τη λευτεριά, για τον πόθο, για το ανικανοποίητο. Και πού δε φτερούγισε η φαντασία μου όλα αυτά τα χρόνια…».
Βασίλης Τσιτσάνης

Ο Βασίλης Τσιτσάνης ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες λαϊκούς συνθέτες, στιχουργούς και τραγουδιστές του 20ου αιώνα. ''Έφυγε'' από τη ζωή την ημέρα των γενεθλίων κάνοντας φτωχότερο το ελληνικό τραγούδι 

Συνώνυμο του λαικού τραγουδιού, ο Βασίλης Τσιτσάνης έκανε ένα ''πέρασμα'' από τη ζωή, στιγμάτισε με τη μουσική και τους στίχους του, γοήτευσε με τη φωνή του και τοποθέτησε στο φως τους μοναχικούς, τους άτολμους και τους προδομένους.

Σαν σήμερα, 18 Ιανουαρίου γεννήθηκε και πέθανε η εμβληματική μορφή της λαϊκής μουσικής. Ο Βασίλης Τσιτσάνης ήταν συνθέτης, στιχουργός, δεξιοτέχνης του μπουζουκιού και τραγουδιστής, μα πάνω από όλα ήταν μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του ελληνικού τραγουδιού. Όσα τραγούδησε παραμένουν αναλλοίωτα στο χρόνο, 29 χρόνια μετά το θάνατό του. 

Τα πρώτα χρόνια

Ο Τσιτσάνης γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 18 Ιανουαρίου του 1915 από Ηπειρώτες γονείς. Ο πατέρας του ήταν Γιαννιώτης και η μητέρα του από τα Ζαγόρια. Από μικρή ηλικία έδειξε ενδιαφέρον για τη μουσική και έμαθε μαντολίνο και βιολί και φυσικά μπουζούκι. Το φθινόπωρο του 1936 ο Τσιτσάνης επισκέφτηκε την Αθήνα. Κύριος σκοπός του είναι να σπουδάσει Νομική, αλλά γρήγορα τον κερδίζει η μουσική.

Από τα 14 του άρχισε να συνθέτει

Τα πρώτα μουσικά ακούσματα ήταν από μια ιταλική μάντολα που είχε ο πατέρας του, ο οποίος όταν τελείωνε τη δουλειά του, έπαιζε και τραγουδούσε κλέφτικα τραγούδια. Έτσι μπολιάστηκε μουσικά ο μικρός Βασίλης. Όταν τελείωσε το Δημοτικό σχολείο, άρχισε να παίζει με το μαντολίνο του πατέρα του. Σε κάποιες σχολικές γιορτές στα Τρίκαλα έπαιξε επίσημα κάποια κομμάτια με το βιολί, ενώ διηύθυνε και σχολικές συναυλίες.

Το 1927 πεθαίνει ο πατέρας του και ο Βασίλης Τσιτσάνης μπαίνει για τα καλά στη βιοπάλη της ζωής αλλά, παράλληλα, αρχίζει αθόρυβα, μα πολύ δημιουργικά η πορεία του στη μουσική σκηνή. Τα πρώτα του μαθήματα πήρε από έναν Ιταλό μαέστρο, τον Γκιόσα, που εκείνη την περίοδο πήγαινε τα καλοκαίρια στα Τρίκαλα, με το "Τρίο Μπαρόνι" από τη Ρώμη. Ο Τσιτσάνης, 12 ετών, έπαιζε μαζί τους βιολί, στα διαλείμματα του κινηματογράφου "Πανελλήνιον" στις προβολές των βουβών ταινιών.

Με το πέρασμα του χρόνου, ο Τσιτσάνης εξοικειωνόταν όλο και περισσότερο με τη μάντολα του πατέρα του, που της είχε μακρύνει το μανίκι (ή το χέρι) και την είχε μετατρέψει σε μπουζούκι. Σε ηλικία 14 χρόνων αυτοσχεδίαζε και άρχισε να συνθέτει τα πρώτα του τραγούδια.

Οι πρώτες του επιρροές είναι τα τραγούδια του Βαγγέλη Παπάζογλου και του Μάρκου Βαμβακάρη. Πρώτη του εμφάνιση γίνεται στο μαγαζί ''Μπιζέλια'' ενώ σύντομα γνωρίζει τον τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο, ο οποίος τον πήγε στην Odeon, όπου ηχογράφησε το πρώτο του τραγούδι ''Σ' έναν τεκέ μπουκάρανε'' (1937).

Η ''Αρχόντισσα'', από τα σπουδαιότερα τραγούδια στην ιστορία της ελληνικής μουσικής, ήταν ένα από τα δεκάδες που ακολούθησαν. Την ίδια περίοδο, τραγούδια του, όπως ''Να γιατί γυρνώ'' και ''Γι' αυτά τα μαύρα μάτια σου'', ερμήνευσαν ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Στέλιος Κερομύτης, αλλά και ο Μάρκος Βαμβακάρης.

Η τριετία 1937-1940 ήταν καθοριστική για την καριέρα του. Σε ηλικία 20-23 χρονών, έγραψε 153 τραγούδια και έκανε ένα μπαράζ μεγάλων επιτυχιών.

Η ''απάντηση'' στη δικτατορία

Με αυτά τα τραγούδια ο Τσιτσάνης εισήγαγε ένα νέο είδος λαϊκού τραγουδιού το οποίο αποτείνεται στο πλατύτερο κοινό, σε αντίθεση με το ρεμπέτικο τραγούδι που ενδιαφέρει ένα περιορισμένο κύκλο ακροατών. Μ' αυτά απαντά στην λογοκρισία της δικτατορίας του Μεταξά η οποία απαγορεύει τόσο τα προϋπάρχοντα τραγούδια του ρεμπέτικου περιθωρίου όσο και τις εμφανείς ανατολίτικες μελωδίες.

Τα χρόνια της κατοχής τα περνά στη Θεσσαλονίκη, όπου δουλεύει σε διάφορα μαγαζιά. Αυτά τα χρόνια γράφει πολλά από τα τραγούδια που ηχογραφεί μετά τον πόλεμο όταν άνοιξαν ξανά τα εργοστάσια δίσκων. "Αχάριστη", "Μπαξέ τσιφλίκι", "Τα πέριξ", "Νύχτες μαγικές", "Ζητιάνος της αγάπης", "Ντερμπεντέρισσα" και βέβαια τη "Συννεφιασμένη Κυριακή".

Ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος στο βιβλίο του "Ο Τσιτσάνης και τα πρώτα τραγούδια του" επισημαίνει ότι: "Παραμένει ανεξήγητο ένα θέμα σχετικό με τη ζωή του Τσιτσάνη στην κατοχική Θεσσαλονίκη. Πώς παρά τις στενές σχέσεις του με τον Μονοχουντή (κουμπάρος του και διοικητής της Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης), έγραψε το 1944, τους δύο ΕΑΜικούς ύμνους που τραγουδήθηκαν από τους αριστερούς, αλλά ποτέ δεν βγήκαν σε δίσκο.

Μάλιστα, σύμφωνα με τον στιχουργό Κώστα Βίρβο, τους έπαιζε ο ίδιος ο Τσιτσάνης, κρυφά στο ουζερί του που είχε ανοίξει στην πόλη, μέχρι το 1946, που το εγκατέλειψε και γύρισε στην Αθήνα, όταν ξανάνοιξαν οι δισκογραφικές εταιρείες".

Το 1946 εγκαθίσταται ξανά στην Αθήνα και αρχίζει πάλι να ηχογραφεί.

Η καταξίωση

Η δεκαετία 1945 - 1955 είναι ίσως η κορυφαία της καριέρας του καθώς γνωρίζει την πλατιά καταξίωση στη δισκογραφία και η πιο μεστή δημιουργικά γι' αυτόν. Φέρνει στο προσκήνιο νέες φωνές που υπηρετούν τα τραγούδια του και δένονται μαζί του :

Τη Μαρίκα Νίνου, τη Σωτηρία Μπέλλου, τον Πρόδρομο Τσαουσάκη. "Είμαστε αλάνια", "Πήρα τη στράτα κι έρχομαι", "Χωρίσαμε ένα δειλινό", "Τρελός τσιγγάνος", "Πέφτουν της βροχής οι στάλες", "Όμορφη Θεσσαλονίκη", "Αντιλαλούνε τα βουνά", "Κάνε λιγάκι υπομονή", "Φάμπρικες", "Πέφτεις σε λάθη", "Καβουράκια", "Κάθε βράδυ λυπημένη", "Ξημερώνει και βραδιάζει", "Έλα όπως είσαι", είναι μερικά μόνο από τα τραγούδια του γι' αυτή την περίοδο.

Συνεχής έμπνευση με γνωστά τραγούδια όπως: Ίσως αύριο (1958), "Τα λιμάνια" (1962), "Τα ξένα χέρια"(1962), "Μείνε αγάπη μου κοντά μου"(1962), "Κορίτσι μου όλα για σένα"(1967), "Απόψε στις ακρογιαλιές"(1968), "Κάποιο αλάνι"(1968), "Της Γερακίνας γιός"(1975),"Δηλητήριο στη φλέβα"(1979).

Διάρκεια του εμφυλίου και στα μετεμφυλιακά «πέτρινα χρόνια»

Για να μπορέσει να ξεφύγει απ’ την λογοκρισία της εποχής εκφράζεται αλληγορικά μέσα απ’ τα τραγούδια του μιλώντας για το νέο ηρωικό αγώνα στα βουνά, για τα δεινά και το χαμό αμέτρητων αγωνιστών. Τι άλλο από αλληγορία είναι το τραγούδι «Συννεφιασμένη Κυριακή» (1948).

Το τραγούδι και «Για μια κόρη ξελογιάστρα» (1947): «Χτίζουν και γκρεμίζουν κάστρα/ σ” ένα γλέντι φοβερό/ για μια κόρη ξελογιάστρα,/ κι αν χαθεί πού θα τη βρω./ Δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω/ σε βουνά και σε γκρεμό,/ κι όμως ζω να τυραννιέμαι/ στο δικό της τον καημό./ Μου την άρπαξε η μοίρα/ μια βραδιά στο χαλασμό/ θα τη βρω και θα την πάρω/ τό “χω βάλει για σκοπό».

Αλληγορία είναι και το «Το ρημαγμένο σπίτι» (1947): «Μπρος στο ρημαγμένο σπίτι/ με τις πόρτες τις κλειστές/ τον καημό μου σιγοκλαίω/ και ματώνουν οι καρδιές./ Ούτε μάνα ούτε αδέρφια/ κι εγώ έρημο πουλί,/ βλέπω αράχνες στο κατώφλι/ και χορτάρια στην αυλή./ Τι να πω και τι ν” αφήσω/ απ” την τόση συμφορά;/Ο,τι αγάπησα στον κόσμο/ δε θα δω άλλη φορά».

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ο Βασίλης Τσιτσάνης γράφει τις "Φάμπρικες", ίσως τον μεγαλύτερο ύμνο της εργατικής τάξης στην Ελλάδα: Βλέπεις κοπέλες στα υφαντουργεία/ κι άλλες δουλεύουν στα εργαλεία/, στα καπνομάγαζα στα συνεργεία/ Γεια σου περήφανη κι αθάνατη εργατιά!

Αυτός ήταν και ο λόγος που εκτοπίζεται από τις εταιρίες δίσκων, γιατί αρνείται να γράψει τραγούδια κατά παραγγελία. Η κοινωνική αδικία και οι συνθήκες της ζωής εκφράστηκαν από τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη όπως το "Πάλιωσε το σακάκι μου" και με κορυφαίο το τραγούδι "Της κοινωνίας η διαφορά" που απαγορεύτηκε από τη λογοκρισία.

Κατά τον μουσικολόγο Λάμπρο Λιάβα, ο Τσιτσάνης, ''έβγαλε το λαϊκό τραγούδι από τα όρια του περιθωρίου, όπου το είχαν τάξει τα αντικοινωνικά και ανατολίτικα στοιχεία του, για να το εντάξει στην καινούργια κοινωνική πραγματικότητα της μεταπολεμικής Ελλάδος''.

Ο ίδιος, έσπασε επίσης το ταμπού που είχαν οι ρεμπέτες και οι παλιοί λαϊκοί να μη δέχονται στο πάλκο γυναίκα τραγουδίστρια. Αυτός έβαλε πλάι του, την Γεωργακοπούλου, τη Χασκίλ, την Μπέλλου και μετά τη Μαρίκα Νίνου (που αναφέρονται και παραπάνω), με την οποία έκανε το πιο δυναμικό ντουέτο της εποχής.




Στο ''Χάραμα'' του Τσιτσάνη

Ο Τσιτσάνης εμφανιζόταν τα τελευταία 14 χρόνια της καριέρας του και της ζωής του στο ''Χάραμα''. Ένα μαγαζί σύμβολο για τη νυχτερινή ζωή της Αθήνας, το οποίο πολύ γρήγορα έγινε στέκι της νεολαίας. Είχαν σημειωθεί αξέχαστες βραδιές με τον Χατζιδάκι, τον Παναγούλη και τον Τσαρούχη στο ιστορικό Χάραμα.

Πολλοί αυτοί που πήγαιναν να διασκεδάσουν με τον Τσιτσάνη, ανάμεσά τους και ο Ανδρέας Παπανδρέου που με το σαρωτικό ζεϊμπέκικο του έδωσε μία άλλη λάμψη στο μαγαζί που κράτησε περίπου μία δεκαετία.

Το 1980 με πρωτοβουλία της UNESCO ηχογραφείται ένας διπλός δίσκος με τίτλο "Χάραμα". Σ' αυτό το δίσκο παίζει μια σειρά από κλασικά του τραγούδια αλλά και πολλά αυτοσχεδιαστικά κομμάτια στο μπουζούκι.

Ο δίσκος αυτός με την έκδοσή του στην Γαλλία (1985) παίρνει το βραβείο της Μουσικής Ακαδημίας Charles Gross.

Η φιλία με τον Ανδρέα Παπανδρέου

Με τον Ανδρέα Παπανδρέου τον συνέδεε βαθιά φιλία. Δύο ήταν οι αδυναμίες του: ο κουμπάρος του ο Νικόλαος Μουσχουντής, διοικητής της Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης και ο Ανδρέας Παπανδρέου. Τους θαύμαζε και τους δύο.

Ο Παπανδρέου τον επισκεπτόταν στα μαγαζιά που τραγουδούσε και χόρευε πάντα το αγαπημένο του ζεϊμπέκικο.

Παρά τη σχέση τους, κρατούσε πάντα αποστάσεις από την πολιτική και μάλιστα κάποτε αρνήθηκε πρόταση από τον ίδιο να μπει στο κόμμα.

Ο Τσιτσάνης ήταν άνθρωπος καθαρός και ποτέ δεν εκμεταλλεύτηκε τις γνωριμίες του για ιδιοτελείς σκοπούς. Μάλιστα, παρά την κουμπαριά που είχε με τον αδέκαστο διοικητή της Ασφάλειας Νίκο Μουσχουντή, είχε κι ο ίδιος πέσει θύμα της λογοκρισίας. 

Το τέλος του Πατριάρχη του λαϊκού τραγουδιού

Στις 18 Ιανουαρίου 1984 ο Βασίλης Τσιτσάνης συμπληρώνει το 69ο έτος της ηλικίας του. Κάποιες επιπλοκές σε εγχείρηση στους πνεύμονες είναι η αιτία για να αφήσει την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο Brompton του Λονδίνου.

Μέχρι και 24 μέρες πριν εμφανιζόταν κανονικά στο ''Χάραμα'', δουλεύοντας καινούργια τραγούδια. Τίποτα δεν προμήνυε πως την ημέρα των γενεθλίων του θα έφευγε από τη ζωή, αφήνοντας κληρονομιά στις επόμενες γενιές τα μοναδικά τραγούδια του.

Ο δημοσιογράφος Πάνος Γεραμάνης, ερευνητής-μελετητής του ρεμπέτικου και του λαϊκού μας τραγουδιού, αναφέρει χαρακτηριστικά:

"Η αλήθεια που βγαίνει μέσα από πολλά στοιχεία συνεργατών, φίλων και συναδέλφων του είναι ότι ο Βασίλης Τσιτσάνης, όχι μόνον δεν οικειοποιήθηκε εμπνεύσεις κανενός, αλλά αντίθετα χάρισε τραγούδια του, εμπνεύσεις του, σε τραγουδιστές του, όπως στον Στράτο Παγιουμτζή, τον Πρόδρομο Τσαουσάκη και άλλους. Ήταν πάγια αυτή η τακτική του".

Έχουν πει γι' αυτόν:

"Tο μπουζούκι το γνωρίσαμε από τον Mάρκο Bαμβακάρη, μάθαμε όμως να παίζουμε μπουζούκι από τον Bασίλη Tσιτσάνη. Ήταν ο καλύτερος όλων".

Γιώργος Mητσάκης

"Θα ’θελα να λογαριάζομαι σαν ένας ταπεινός μαθητής του Bασίλη Tσιτσάνη".

Mίκης Θεοδωράκης

"O Tσιτσάνης είναι ο Mακρυγιάννης του τραγουδιού".

Nτίνος Xριστιανόπουλος

"O Bασίλης Tσιτσάνης είναι αυτός που μ’ έμαθε να γράφω τραγούδια".

Eυτυχία Παπαγιαννοπούλου

"Νιώθω ότι στο πρόσωπό του αποκτήσαμε τώρα έναν πρεσβευτή ανάμεσα στο λαϊκό μας τραγούδι και τον Θεό".

Διονύσης Σαββόπουλος

Η δική του αλήθεια

"Για να γράψεις τέτοια μουσική πρέπει να πονέσεις, να πεινάσεις. Σήμερα όλοι τα έχουν όλα. Όλες αυτές οι ευκολίες είναι καταστρεπτικές για το μυαλό, την ψυχή, τη φαντασία.

Γράφουν ένα τραγουδάκι στο πόδι, γίνεται σουξέ και την άλλη μέρα γεμίζουν οι τσέπες τους λεφτά. O τραγουδιστής δεν πρέπει να τα βλέπει όλα με κέρδος, αν θέλει να δημιουργήσει".



Δεν υπάρχουν σχόλια: